Αποφθέγματα του Γιώργου Σεφέρη

Αποφθέγματα του Γιώργου Σεφέρη


Κάποιες φορές τυχαίνει να διαβάσουμε κάποιο ποίημα και να αισθανθούμε ένα εσωτερικό άγγιγμα, κάποιο συναίσθημα σε μεγαλύτερη έκταση. Άλλωστε το μαρτυρά και η ίδια η λέξη. Το συναίσθημα, έχοντας ως πρώτο συνθετικό το συν-, μαρτυρά, δηλώνει κάτι συλλογικό. Και το ποίημα, ως το ποιηθέν του ποιητή, ποιείται ως ένα ζωντανό δημιούργημα που απευθύνεται στους αναγνώστες του. 

Έτσι συμβαίνει και με κάθε συγγραφέα και καλλιτέχνη. Οι δημιουργοί αυτοί, εξωτερικεύονται, εκφράζονται μέσω των δημιουργημάτων τους.

Ο Γιώργος Σεφέρης, o σπουδαίος έλληνας ποιητής, νομπελίστας και διπλωμάτης, γεννήθηκε στα Βουρλά της Σμύρνης στις 13 Μαρτίου (29 Φεβρουαρίου κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο) του 1900. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σεφεριάδης.

Το 1906 άρχισε η μαθητική του εκπαίδευση στο Λύκειο Χ. Αρώνη, ενώ το 1914 ξεκίνησε να γράφει τους πρώτους του στίχους. Όταν ξέσπασε ο Μεγάλος Πόλεμος, η οικογένεια του μετανάστευσε στην Ελλάδα και ο ποιητής ενεγράφη στο Πρότυπο Κλασσικό Γυμνάσιο Αθηνών, από το οποίο είχε αποφοιτήσει το Μάιο του 1917. Στη συνέχεια εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τον Ιούλιο του 1918 μετακόμισε με την οικογένειά του στο Παρίσι, για να σπουδάσει εκεί. Εκείνη την περίοδο ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία (μεταφράσεις, αναγνώσεις γάλλων κλασικών και συγγραφή ποιημάτων), ενώ το 1921 έλαβε το πτυχίο Νομικής. Το 1924 ταξίδεψε στο Λονδίνο για να τελειοποιήσει τα αγγλικά του, το 1925 επέστρεψε στην Αθήνα και το 1927 διορίστηκε στη διπλωματική υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, ως ακόλουθος πρεσβείας.

Το 1928 δημοσίευσε στη Νέα Εστία με την επωνυμία Γ. Σεφεριάδης, το έργο «Μια βραδιά με τον Κύριο Τεστ», μετάφραση του έργου του Βαλερί. Το Μάιο του 1931 εκδίδεται η «Στροφή», με το ψευδώνυμο Γ. Σεφέρης, ενώ τον ίδιο χρόνο διορίζεται υποπρόξενος και αργότερα διευθύνων του ελληνικού Γενικού Προξενείου του Λονδίνου, όπου παρέμεινε έως το 1934. Συνέχισε τη συγγραφή το ίδιο διάστημα, αφού δημοσίευσε το «Μια νύχτα στην ακρογιαλιά» το Μάιο του 1932 και τον Οκτώβριο τη «Στέρνα».

Σεφέρη

Το 1934 ο Σεφέρης επέστρεψε στην Αθήνα και το 1935 άρχισε η συνεργασία του με τις εκδόσεις Νέα Γράμματα, επανεκδίδοντας το έργο του «Στέρνα». Η επαγγελματική και συγγραφική του πορεία συνεχίστηκε, αφού το 1936 διορίστηκε πρόξενος στη Κορυτσά και το 1937 μετετέθη στην Αθήνα ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε στα Νέα Γράμματα επιστολή του περί δημοτικής Γλώσσας.

Το 1941 ο Γιώργος Σεφέρης νυμφεύτηκε τη Μαρία Ζάννου, ενώ τον ίδιο μήνα το ζεύγος ακολουθεί την ελληνική κυβέρνηση στα Χανιά. Εκεί ο Σεφέρης εργάστηκε ως γραμματέας του Νικολούδη, ενώ επόπτευε την έκδοση του πρώτου Φύλλου της Κυβερνήσεως. Μετά την αποχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης, το Μάιο του ίδιου χρόνου μεταφέρεται στην Αλεξάνδρεια ενώ τον Αύγουστο συνοδεύει την Πριγκίπισσα Διαδόχου Φρειδερίκη και τα παιδιά της Σοφία και Κωνσταντίνο στο Γιοχάνεσμπουργκ και από εκεί στην Πραιτορία, υπηρετώντας εκεί την Ελληνική Πρεσβεία μέχρι και το 1942. Ακολούθησε μετάβαση στην Αλεξάνδρεια, στην Ιερουσαλήμ, καταλήγοντας στο Κάιρο ως Γενικός Διευθυντής Τύπου Μέσης Ανατολής.

Παράλληλα δίνει διαλέξεις για τον Παλαμά και τον Μακρυγιάννη, ενώ το Μάρτιο του 1944 εκδίδει στο Κάιρο τις «Δοκιμές» του, ενώ την ίδια περίοδο διορίστηκε Διευθυντής Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών, ενώ απομακρύνθηκε από τη θέση μετά τον Απρίλιο του 1944, με την ανάληψη πρωθυπουργίας από τον Γεώργιο Παπανδρέου. Τον Ιούνιο του 1944 με την υπουργοποίηση Καρτάλη, τοποθετήθηκε γραμματέας «ανατολικών θεμάτων». Συνέχισε το επαγγελματικό του έργο ως συνοδός της Ελληνικής Κυβέρνησης, ταξιδεύοντας στην Ιταλία και στο Λονδίνο, ενώ το 1947 βραβεύτηκε με το Βραβείο Παλαμά για την ποίησή του. Ακολούθησαν σταθμοί στην επαγγελματική του καριέρα στην Άγκυρα, στη Βυρητό, στην Αθήνα, στο Λονδίνο, ενώ παράλληλα συνέχιζε να δημιουργεί, αφού το 1950 εκδίδει τα ποιητικά του «Άπαντα» στον Ίκαρο. Το φθινόπωρο του 1960, συνάντησε στο Λονδίνο το Μίκη Θεωδωράκη, με αποτέλεσμα την πρώτη δημόσια εκτέλεση των τεσσάρων μελοποιημένων ποιημάτων του με τίτλο «Επιφάνεια», ενώ τον Ιούνιο αναγορεύτηκε σε επίτημο διδάκτορα Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ.

H διεθνής αναγνώριση της ποίησης του Σεφέρη έγινε με το βραβείο Νόμπελ το 1963, στη Στοκχόλμη. Ο Σεφέρης ήταν ο πρώτος Έλληνας που έλαβε βραβείο Νόμπελ και ένας από τους δύο έλληνες ποιητές που τιμήθηκαν με Νόμπελ. Ο δεύτερος Έλληνας ποιητής ήταν ο Ελύτης. Μετά το Νόμπελ, η αναγνώριση συνεχίζεται, αφού το 1964 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πρίνστον του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Πολυγραφότατος ποιητής, δραστήριος άνθρωπος του πνεύματος και διπλωμάτης, τάχθηκε κατά της χούντας. «Προκόβουμε καταπληκτικά», είχε γράψει ειρωνικά ο ίδιος στην ατζέντα του την ημέρα του πραξικοπήματος. Με αφορμή την ιστορική δήλωσή κατά της χούντας στις 28 Μαρτίου του 1969, σημείωσε τα εξής: «Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου». Λίγους μήνες αργότερα, ο ποιητής λύει τη σιωπή του, δημοσιεύοντας το βιβλίο «Δεκαοκτώ κείμενα», όπου εμπεριέχεται μεταξύ άλλων το ποίημα «Οι γάτες του Αϊ Νικόλα», πολιτική αλληγορία για τη χούντα.

Το έργο που άφησε ο Σεφέρης αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη, αφού η θεματική του έχει όχι μόνο ιστορική χροιά αλλά και διαχρονική ισχύ. Έγραψε μυθιστορήματα, δοκίμια, μεταφράσεις και μοντέρνα ποιήματα, με ιδιαίτερο, δυνατό, πλούσιο νοημάτων και εικόνων, ρεαλιστικό και ενίοτε υπέρρεαλιστικό, αλλά κυρίως μοναδικό ύφος. Από μοναδικότητα μπορεί να χαρακτηριστεί το ύφος των ποιητών – λογοτεχνών, αν και οι ίδιοι εντάσσονται από τους μελετητές και ιστορικούς της λογοτεχνίας σε λογοτεχνικά ρεύματα.

 


LEAVE A COMMENT